Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2007

Χρυσά


Πολλά κομμάτια της παλιάς πόλης έχουν αναπαλαιωθεί. Υπάρχουν όμως ακόμη στενά που πλαισιώνονται από ετοιμόρροπα σπίτια. Κυριολεκτικά έτοιμα να πέσουν. Η μπογιά τους είναι ξεφτυσμένη και εκ πρώτης όψεως δεν θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι όμορφα σπίτια. Μου έχει τύχει μερικές φορές όμως να περπατάω στις γειτονιές αυτές και να έχει ήλιο. Ο φθινοπωρινός, ο χειμερινός. Αυτός που τυλίγει τα πάντα σε μια κοκκινιά, σ’ ένα χρυσαφί χρώμα. Όλα φαίνονται απλά, χρυσαφένια, όμορφα. Σαν χρυσό όνειρο.
Μεταμορφώνει τα ερείπια των Βεροιώτικων μαχαλάδων και τα κάνει αρχοντικά σε αποχρώσεις ζεστές. Το έχω δει σε πολλά μέρη αυτό το όνειρο. Στην Βενετία, για παράδειγμα, είχα χάσει το τραίνο που θα με επέστρεφε Μιλάνο και βρέθηκα να τριγυρνάω μόνος στην πόλη ολόκληρη μέρα. Ο ήλιος, σε συνδυασμό με το χρώμα των κτιρίων και το νερό δημιουργούσε μια εικόνα που δεν μπορώ να την ξεχάσω. Όλα χρυσά. Στα Πιέρια, το φθινόπωρο, αργά το απόγευμα όταν πέφτει ο ήλιος, βλέπεις τριγύρω σου μια θάλασσα από χρυσά φυλλά που απλώνεται παντού.

Όπως και στα αληθινά όνειρα, τις φορές που θυμάμαι να περιβάλλομαι από χρυσάφι, ήμουν μόνος. Νομίζω πως όταν είσαι μόνος, εκτιμάς πολύ περισσότερο το χώρο γύρω σου. Ανακαλύπτεις λεπτομέρειες μικρές που δεν τις βλέπεις όταν έχεις παρέα. Λεπτομέρειες που ομορφαίνουν, χωρίς να φωνάζουν. Subtile details.

Όταν πέφτει λοιπόν το κατάλληλο φως, την κατάλληλη στιγμή, σε μερικές μόνο λεπτομέρειες, αναγκάζεσαι και τα βλέπεις όλα διαφορετικά και μένεις μαλάκας. Σαν να σου κρύβονται ακριβώς κάτω από την μύτη σου και τα βλέπεις μόνο όταν αποφασίσει ο ήλιος ότι πρέπει να τα δεις. Και δεν είναι μόνο τα δέντρα ή τα κτίρια που φωτίζονται από τον ήλιο αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες. Πολλές φορές το ίδιο συμβαίνει και με ανθρώπους. Ανακαλύπτεις λεπτομέρειες σε ανθρώπους που σε αναγκάζουν να αναθεωρήσεις τις αρχικές σου απόψεις γι’αυτούς.

Τελικά ο Bob Ross ξέρει τι κάνει.
Με μια πινελιά ροζ στον ουρανό του, αλλάζει τον πίνακά του και από γούρνα το νερό γίνεται λιμνούλα στα Απαλλάχια. Αυτό που με τσατίζει είναι που ξέρω ότι όλα, έμψυχα ή μη, κρύβουν λεπτομέρειες που δεν τις εκτιμώ. Δεν θα έπρεπε να περιμένω τον ήλιο για να τα βλέπω όμορφα.

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2007

Επιτέλους γκρίζο!


Μεγάλωσα μέσα στη βροχή. Σε μία χώρα όπου σχεδόν ποτέ δεν σταματά να βρέχει, παρά μόνο μερικές εβδομάδες το καλοκαίρι.
Όταν ήρθα Ελλάδα εγκαταστάθηκα πάλι σε μια πόλη που είναι συνυφασμένη με κρύο, νερό, βροχή, γκρίζο, συννεφιά και απίστευτη ομίχλη.
Μάλλον γι'αυτό μου αρέσει ο χειμώνας. Όχι ο άσπρος, όπως αυτός προβάλλεται μέσα από ταινίες και τηλεόραση. Δεν ζούμε στην Νορβηγία, με άσπρα ελάτα και σπιτάκια να φωτίζονται από χαρούμενα φωτάκια.
Αλλά ο γκρίζος. Ο βρώμικος χειμώνας. Αυτός που σε κάνει να νομίζεις ότι θα πεθάνεις αν ξαναφυσήξει ο αέρας τα βρεγμένα από την παγωμένη βροχή ρούχα σου.
Αυτός που σε κάνει να τρέχεις μέσα στις λάσπες για να προλάβεις το ταξί και αυτός που σε κάνει το τσιγάρο να ακουμπά στα βρεγμένα σου χείλη και να γλιστρά από τα παγωμένα σου χέρια. Αυτός που σου κρύβει τον ήλιο για τρεις βδομάδες, έτσι για να μην ξεχνάς να τον εκτιμάς και αυτόν. Μου αρέσει και ο καλός καιρός. Δεν λεώ. Απλά νιώθω σαν στο σπίτι μου όταν βρέχει, ή όταν έχει ομίχλη.
Όπως στην θεωρία μια καλή καρμπονάρα είναι πιο νόστιμο φαγητό από ένα τουρλού. Αν το τουρλού όμως το έχει κάνει η μάνα σου και σου θυμίζει τα παιδικά και απλά σου χρόνια? Τουρλού - Καρμπονάρα 1-0.
Εκτιμώ μια καλή καρμπονάρα και ένα απόγευμα σε beach bar κάπου στη Χαλκιδική.
Μου αρέσει όμως το αχνιστό τουρλού με την βροχή να χτυπά στα τζάμια.